Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

 8 στους 10 κατοίκους της Γης δεν έχουν διασφαλισμένη πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες καθαρού νερού

Οκτώ στους δέκα κατοίκους του πλανήτη δεν έχουν διασφαλισμένη πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες καθαρού γλυκού νερού, καθώς οι ποταμοί του πλανήτη, η μεγαλύτερη ανανεώσιμη πηγή ύδατος για τον άνθρωπο και χοάνη υδρόβιας βιοποικιλότητας, βρίσκονται σε κατάσταση κρίσης απειλητικών διαστάσεων.

Αυτά είναι τα συμπεράσματα μελέτης που δημοσιεύεται στο σημερινό τεύχος της αμερικανικής επιθεώρησης Nature, με τίτλο «Τα ποτάμια σε κρίση».

Επιστήμονες από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, την Ελβετία και το Χονγκ Κονγκ εργάστηκαν επί πέντε χρόνια για τη μελέτη αυτή. Επικεφαλής, ο καθηγητής στο Citi University στη Νέας Υόρκης, Τσαρλς Βερεσμάρτι, ειδικός στους παγκόσμιους υδατικούς πόρους και ο καθηγητής στο Κέντρο Λιμνολογίας του πανεπιστημίου Wisconsin-Madison Πίτερ Μακιντάιρ, ειδικός στη βιοποικιλότητα σε υδροβιότοπους γλυκού νερού.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν 23 παράγοντες καταπόνησης ποταμών -φράγματα, εισαγωγή αλλόχθονων ειδών ψαριών, ρύπανση- και τους συγχώνευσαν σε δύο συγκεντρωτικούς δείκτες, έναν για την ασφάλεια νερού για τον άνθρωπο και ένα για τη βιοποικιλότητα. Οι συγγραφείς των προηγούμενων μελετών είχαν την τάση να εξετάζουν μόνο μία από τις πλευρές του ζητήματος.

Η έρευνα οδήγησε τους επιστήμονες στην ανακάλυψη ενός «παγκόσμιου συνδρόμου υποβάθμισης ποταμών». Ανακάλυψαν, παράλληλα, ότι 4,8 δισ. άνθρωποι, σχεδόν το 80% του πληθυσμού του πλανήτη, ο οποίος από 6,8 δισ. σήμερα αναμένεται να αγγίξει τα 9 δισ. το 2050, ζουν σε περιοχές με σοβαρό κίνδυνο όσον αφορά τη ασφάλεια νερού για τον άνθρωπο, καθώς και για την ποτάμια βιοποικιλότητα.

Ένα από τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η μελέτη είναι ότι ποτάμια στον ανεπτυγμένο κόσμο, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων τμημάτων των ΗΠΑ και της Ευρώπης, υφίστανται σοβαρή απειλή, παρά τις δεκαετίες προσοχής που δόθηκε σε θέματα ελέγχου της ρύπανσης και των μεγάλων επενδύσεων σε περιβαλλοντική προστασία. «Μείναμε με ανοιχτό το στόμα διαπιστώνοντας ότι ορισμένα από τα υψηλότερα επίπεδα κινδύνου στον πλανήτη απαντώνται στις ΗΠΑ και την Ευρώπη», είπε ο Πίτερ Μακιντάιρ.

Ο Τσαρλς Βερεσμάρτι τόνισε, από την πλευρά του, ότι «με όλη αυτή την προστασία την οποία έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί έκπληξη ότι είναι ένα από τα καυτά σημεία της απώλειας βιοποικιλότητας στον πλανήτη. Οι Ευρωπαίοι, όμως, εδώ και πολύ καιρό μετέβαλαν τα τοπία τους, συμπεριλαμβανομένης της απάλειψης του 90% των υγροτόπων και πεδιάδων κατάκλυσης υδάτων, τόσο σημαντικών παραγόντων για τα ποτάμια οικοσυστήματα».

Παρά το μέγεθός τους, η κατάσταση σε περισσότερους από 30 από τους 47 μεγαλύτερους ποταμούς τη Γης συνιστά μέτριο, τουλάχιστον, κίνδυνο στην ασφάλεια ύδατος, λόγω ανθρωπογενών αιτιών, από ρύπανση μέχρι άρδευση. Τμήματα του Αμαζονίου, κυρίως εντός του Περού, του Κόνγκο και του Νείλου υφίστανται μικρή απειλή ενώ οι ποταμοί με τη μικρότερη απειλή απαντώνται σε περιοχές της Σιβηρίας, του Καναδά, της Αλάσκας και της Βόρειας Αυστραλίας. Επιπλέον, το 65% των ποταμών της Γης απειλείται –από μετρίως μέχρι σοβαρά– με απώλεια βιοποικιλότητας.

Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη θεραπεία στο βιομηχανικά αναπτυγμένο κόσμο είναι η εκ των υστέρων προσπάθεια διαχείρισης των συμπτωμάτων, αντί της πρόληψης. Οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι αυτή η προσέγγιση «λίγα κάνει για την αντιμετώπιση των κινδύνων, δημιουργώντας ψευδαίσθηση ασφάλειας στο βιομηχανικά ανεπτυγμένο κόσμο και επικίνδυνη ανασφάλεια ύδατος στον αναπτυσσόμενο κόσμο».

Υποστηρίζουν, τέλος, ότι μπορεί να απαιτηθούν δεκαετίες μέχρι να δεσμευτούν σε ικανοποιητικό βαθμό οι πολιτικοί για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. «Στο μεταξύ, ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού του πλανήτη και αναρίθμητα βιολογικά είδη του γλυκού νερού απειλούνται», γράφουν στη μελέτη.